ευπτησία

εὐπτησία, ἡ (Α)
η επιδεξιότητα στο πέταγμα, η εμπειρία στην πτήση.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ευ + πτήσις (< θ. πτησ- τού ρ. πέτ-ομαι «πετώ», πρβλ. μέλλ. πτήσ-ομαι)].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • εὐπτησίᾳ — εὐπτησίᾱͅ , εὐπτησία expertness in flying fem dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐπτησίαν — εὐπτησίᾱν , εὐπτησία expertness in flying fem acc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.